ἅχω

ἅχω
ἔχω , ἔχω
check
pres subj act 1st sg
ἔχω , ἔχω
check
pres ind act 1st sg
ἔχω , χόω
throw
imperf ind act 3rd sg (doric aeolic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Поможем написать реферат

Look at other dictionaries:

  • αχώ — ( έω) (Μ ἀχῶ, Α, δωρ. τ., ἀχέω) ηχώ, αντηχώ …   Dictionary of Greek

  • ἀχῶ — ἀχέω 2 pres subj act 1st sg (attic epic doric) ἀχέω 2 pres ind act 1st sg (attic epic doric aeolic) ἀ̱χῶ , ἠχέω sound pres subj act 1st sg (attic epic doric) ἀ̱χῶ , ἠχέω sound pres ind act 1st sg (attic epic doric aeolic) ἀ̱χῶ , ἠχώ echo fem acc… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀχώ — ἀ̱χώ , ἠχώ echo fem nom sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Alpha Chi Omega — Infobox Fraternity letters= ΑΧΩ name= Alpha Chi Omega crest= founded= Birth date and age|1885|10|15 birthplace= DePauw University, (Greencastle, Indiana) type= Social emphasis= scope= International mission= vision= motto= Together let us seek the …   Wikipedia

  • ηχώ — Φαινόμενο ανάκλασης του ήχου, κατά το οποίο ένας ήχος ακούγεται επαναλαμβανόμενος ακόμα και πολλές φορές –ολόκληρος ή ένα μέρος του– ορισμένο χρόνο μετά τη στιγμή της εκπομπής του. Το φαινόμενο αυτό παρατηρείται όταν o ήχος –ο οποίος διαδίδεται… …   Dictionary of Greek

  • Sherron Watkins — (born August 28, 1959, in Tomball, Texas) was Vice President of Corporate Development at the Enron Corporation. She is considered by many to be the whistleblower who helped to uncover the Enron scandal in 2001. It has been remarked that her… …   Wikipedia

  • List of social fraternities and sororities — Social or general fraternities and sororities, in the North American fraternity system, are those that do not promote a particular profession (as professional fraternities are) or discipline (such as service fraternities and sororities). Instead …   Wikipedia

  • αχητός — ο [αχώ] 1. ήχος, βοή 2. η ορμή του ανέμου …   Dictionary of Greek

  • αχοβολώ — ( άω) αντηχώ. [ΕΤΥΜΟΛ. < αχώ «ηχώ, αντηχώ» + βολώ] …   Dictionary of Greek

  • αχός — ο 1. ήχος, βοή 2. υπόκωφος ήχος 3. ήχος φλογέρας ή άλλου οργάνου 4. αναστεναγμός («αναστενάζω, βγαίνει αχός, και μέσα μένει ο πόνος»). [ΕΤΥΜΟΛ. < αχώ < ηχώ] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”